Από πού πήραν το όνομά τους πλατείες & συνοικίες της Αθήνας;

Ένα οδοιπορικό στις συνοικίες και τις πλατείες της πρωτεύουσας, περιοχές που οι Αθηναίοι, και όχι μόνο, γνωρίζουν πολύ καλά, δεν ξέρουν όμως πώς και γιατί πήραν τα συγκεκριμένα ονόματα.

Πλατεία Αμερικής

Την άνοιξη του 1887, στην περιοχή που ήταν εξοχική και αποτελούσε το τέρμα της γραμμής του ιπποτροχιόδρομου (έτσι λεγόταν τότε τα τραμ, που εμφανίστηκαν το 1882 στην Αθήνα για πρώτη φορά και «σέρνονταν» από τρία άλογα), άρχισε να συχνάζει μια παρέα από μεσήλικες Αθηναίους που ήταν όλοι ανύπαντροι. Οι κύριοι αυτοί, που είχαν για στέκι τους το καφενείο της πλατείας…επαναστάτησαν, όταν η «Εφημερίς των Κυριών» ζήτησε να φορολογηθούν, και μάλιστα με νόμο (!) οι ανύπαντροι (ελπίζουμε να μην διαβάζει το άρθρο αυτό κάποιο κυβερνητικό στέλεχος και παίρνει ιδέες…). Ένας από τους κυρίους αυτούς όμως, ο επιπλοποιός Γεώργιος Περπινιάς… παραστράτησε, καθώς παντρεύτηκε! Την επόμενη ημέρα του γάμου του όμως, διαπίστωσε ότι η σύζυγός του ήταν δύστροπη και αφού φόρτωσε την προίκα κι όλα τα υπάρχοντά της σ’ ένα κάρο και την έστειλε πίσω στους γονείς της, επέστρεψε στην παρέα των φίλων του. Από τότε, η πλατεία όπου σύχναζαν οι κύριοι αυτοί, ονομάστηκε Πλατεία Αγάμων. Υπάρχει και μια άλλη εκδοχή για το όνομα «Πλατεία Αγάμων»: ότι οφείλεται στο γεγονός πως η ερημική τότε περιοχή, αποτελούσε τόπο ερωτικών συναντήσεων. Ένα άλλο παλιό όνομα της ίδιας πλατείας, είναι και το «Πλατεία Ανθεστηρίων», καθώς εκεί συγκεντρώνονταν οι Αθηναίοι για να γιορτάσουν την Πρωτομαγιά.

Οι Αμπελόκηποι, ως το τέλος του 19ου αιώνα, ήταν κατάφυτοι από αμπέλια και περιβόλια, τα οποία αρδεύονταν από νερό του Αδριάνειου υδραγωγείου που ανάβλυζε από τον Άγιο Δημήτριο, από τις αρχές του 16ου αιώνα όταν και καταστράφηκε στη θέση εκείνη ο κεντρικός αγωγός. Το νερό διοχετευόταν τότε στην πόλη επιφανειακά με χτιστή αμπολή (τεχνητό αυλάκι), που περνούσε από τη Μονή Πετράκη. Σε γραπτά μνημεία της Μεσαιωνικής Αθήνας, η περιοχή αναφέρεται με διάφορα ονόματα: Αμπελότζηποι (αμπέλια και κήποι), Αγγελόκηποι (κήποι του Άγγελου Μπενιζέλου), Μπολίκηπος (κήπος της αμπολής), Πολύκηπος και Αμπελότοποι.

Τα Αναφιώτικα, είναι αθηναϊκή συνοικία στη βόρεια πλευρά της Ακρόπολης. Ιδιαίτερα γραφική, με μικροσκοπικά σπίτια και στενούς δρόμους. Δημιουργήθηκε γύρω στο 1860, από τεχνίτες και εργάτες που είχαν έρθει από την Ανάφη για να εργαστούν στις ανασκαφές της Ακρόπολης αλλά και την οικοδόμηση της (σχετικά νέας τότε), πρωτεύουσας. Κάποιος από αυτούς, μια μέρα, με το πρόσχημα ότι θα χτίσει μια μικρή εκκλησία συγκέντρωσε υλικά και με τη βοήθεια ενός ξυλουργού, έφτιαξε σε μια νύχτα ένα σπίτι στο οποίο και εγκαταστάθηκε. Σε λίγες μέρες (ή νύχτες…) ο χτίστης, βοήθησε τον ξυλουργό ν’ αποκτήσει το δικό του σπίτι. Έτσι ξεκίνησαν να δημιουργούνται, αυθαίρετα βέβαια, τα Αναφιώτικα, από τους δύο αυτούς κυρίους, τον Γεώργιο Δαμίγο και τον Μάρκο Σιγάλα (Αναφιώτες βέβαια στην καταγωγή). Να σημειώσουμε, ότι επί τουρκοκρατίας η περιοχή είχε το όνομα «Μαύρες Πέτρες» και από την αρχαιότητα δεν επιτρεπόταν η κατοίκησή της, μετά μάλιστα από χρησμό του Μαντείου των Δελφών.

Η Βάθη ή Βάθεια (κυρίως γνωστή ως Πλατεία Βάθη(ς)), πήρε το όνομά της από το χαμήλωμα του εδάφους, όπου λίμναζαν τα νερά του χειμάρρου Κυκλοβόρου, που κατέβαινε από τη θέση που είναι σήμερα η οδός Μάρνη. Κάποτε, η περιοχή όπου λίμναζαν τα νερά, αποξηράνθηκε με έργα και δημιουργήθηκε η Πλατεία Βάθη(ς). Στα παλιά χρόνια, υπήρχε εκεί η περίφημη Λεύκα της Βάθης, που κόπηκε το 1926.

Ο Βοτανικός, πήρε το όνομά του από τον Βοτανικό Κήπο, που από το 1836 χρησίμευε ως δενδροκομείο με διαταγή του Όθωνα «περί ιδρύσεως νεοφυτειών». Η ίδια διαταγή, καθόριζε ότι συστηνόταν στην Αθήνα Βοτανικός Κήπος, προς χρήση της Φυσικοϊστορικής Εταιρείας, των ιατρικών σχολείων και των ανωτέρων εκπαιδευτηρίων.

Η συνοικία του Γκύζη, είναι μία από τις παλαιότερες της Αθήνας. Αναπτύχθηκε ιδιαίτερα κατά τον Μεσοπόλεμο. Η ονομασία, επικράτησε μετά το 1925, από την επιγραφή των αστικών λεωφορείων που εξυπηρετούσαν εκείνα τα πρώτα χρόνια τη νέα συνοικία, ακολουθώντας την οδό Νικολάου Γκύζη που τη διέσχιζε. Η οδός, πήρε το όνομά της από τον μεγάλο Τηνιακό ζωγράφο Νικόλαο Γύζη (1842-1901), με την υπ’ αριθμόν 1713 απόφαση του δημοτικού συμβουλίου της Αθήνας (1901).

Τα Εξάρχεια, πήραν το όνομα αυτό γύρω στο 1900, από το επώνυμο του Ηπειρώτη Έξαρχου, που είχε παντοπωλείο στη ΝΔ γωνία της διασταύρωσης των οδών Θεμιστοκλέους και Σολωμού. Στην πλατεία των Εξαρχείων, χτίστηκε πριν τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η περίφημη «μπλε πολυκατοικία».

Το Θησείο, πήρε το όνομά του από τον κατά παράδοση ονομαζόμενο έτσι αρχαίο ναό που βρίσκεται στην κορυφή του «Αγοραίου Κολωνού». Τα ερείπιά του, ανακαλύφθηκαν το 1931, κατά τις ανασκαφές της Αμερικανικής Σχολής κλασικών σπουδών. Στο παρελθόν, ο ναός αυτός μετατράπηκε σε χριστιανική εκκλησία, στα χρόνια της φραγκοκρατίας σε λατινική εκκλησία, ενώ γύρω στο 1806 που επισκέφθηκε την Αθήνα ο Σατομπριάν βρήκε τον αρχαίο ναό να χρησιμοποιείται ως αποθήκη (!). Το 1835 έγινε αρχαιολογικό μουσείο και αργότερα, αποθήκη αρχαιοτήτων.

Η πλατεία Κλαυθμώνος, αρχικά ονομαζόταν πλατεία Νομισματοκοπείου, καθώς εκεί υπήρχε (οδός Σταδίου), το παλιό κτίριο του Υπουργείου Οικονομικών, που κατεδαφίστηκε το 1939. Λεγόταν επίσης πλατεία ή Κήπος του Παλιού Παλατιού, επειδή από το 1836 ως το 1842, καθώς οι οικίες Βούρου, Μαστρονικόλα και Αφθονίδου, νοικιάστηκαν και μετατράπηκαν σε παλάτι όπου έμεναν ο Όθωνας με την Αμαλία. Το 1884, μετονομάστηκε σε «Πλατεία 25ης Μαρτίου». Ωστόσο, το 1878, ο Δ. Γ. Καμπούρογλου(ς), σε ένα χρονογράφημά του, αναφερόταν στο θέαμα των δημοσίων υπαλλήλων που συγκεντρώνονταν στην πλατεία αυτή, αφού είχαν εισπράξει τον τελευταίο μισθό τους. Οι, μη μόνιμοι τότε, δημόσιοι υπάλληλοι, οι οποίοι απολύονταν σε κάθε αλλαγή κυβέρνησης, έκλαιγαν και παρουσίαζαν ένα οπωσδήποτε θλιβερό θέαμα. Από τα…κλάματά τους, εμπνεύστηκε το «Πλατεία Κλαυθμώνος» ο Καμπούρογλου. Είναι γνωστό, τέλος, ότι ο Ελευθέριος Βενιζέλος θέσπισε τη μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων.

Η Πλατεία Κολιάτσου και η γύρω περιοχή, πήραν το όνομά τους μετά τα μέσα του 19ου αιώνα, από κτήματα της αθηναϊκής οικογένειας Κολιάτσου που βρισκόταν εκεί.

Η Κολοκυνθού, είναι μεσαιωνικό τοπωνύμιο, από τα κτήματα και την εκκλησία που βρισκόταν σ’ αυτά, κοντά στο τέρμα της οδού Κηφισού και ανήκαν στην οικογένεια του ιερέα Δημητρίου Κολοκύνθη, ο οποίος έχτισε και τη μονή των Αγίων Αναργύρων, το μετέπειτα Μετόχι του Πανάγιου Τάφου.

Το Κουκάκι, ονομάστηκε έτσι γύρω στο 1900, από την «μοναχικήν οικίαν, την οποίαν έκτισε τότε, εις τη γωνία των οδών Δημητρακοπούλου 89 και Γεωργάκη Ολυμπίου, ο Γεώργιος Κουκάκης, εργοστασιάρχης σιδηρών κρεβατιών» (Κ. Μπίρης). Κάποιοι θεωρούν ότι η ορθή ονομασία της περιοχής είναι το(υ) Κουκάκη, κατά το(υ) Γουδή, στο οποίο θα αναφερθούμε στο τέλος του άρθρου.

Άφησε την ψήφο σου

53 πόντοι
Θετική Ψήφος Αρνητική Ψήφος

Total votes: 0

Θετικοί ψήφοι: 0

Ποσοστό θετικών ψήφων: 0.000000%

Αρνητικοί ψήφοι: 0

Ποσοστό αρνητικών ψήφων: 0.000000%

Αυτό το άρθρο δημιουργήθηκε εύκολα και γρήγορα. Δημιούργησε την ανάρτησή σου!

Γράψε ότι σου κατέβει

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται.